Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Σε άλλη γειτονιά






"Μετακομίζω γιατί χωρίζω"... Από το blogspot. Μη μασάτε. Όχι, δεν έφταιξε σε τίποτα. Απλά... Γιατί τα άλλα παιδάκια να πάνε σε βίλα και η BeBe σε διαμέρισμα;


Από σήμερα λεπόν εδώ:






Υ.Γ. Τα κείμενα έχουν μεταφερθεί αυτούσια. Δεν σας στερώ το δικαίωμα για χώσιμο. Απαπαπαπα..

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2007

Ραντεβού στα τυφλά

Κάποια Πρωτομαγιά με πήρε η Ξανθιά και πήγαμε στας εξοχάς. Ο καθαρός αέρας, οι παραλίες, οι ζέστες, ο πολύς ο ύπνος με είχαν βαρέσει στο κεφάλι και είχα μια φοβερή όρεξη για μαλακίτσες.

Κάθε φορά που το ομολογώ αυτό στα κοντινά μου πρόσωπα, μετά την πρώτη κραυγή "Ωχ!" έρχεται το κλασικό "Σε φοβάμαι λίγο. Που θα στείλεις και τί". Ε, αυτή τη φορά είπα να πρωτοτυπήσω και να αποφύγω την τεχνολογία. Λέω, ό,τι κάνω θα το κάνω αυτοπροσώπως.
Φτάνει το δεύτερο και τελευταίο βράδυ της ολιγοήμερης ανάπαυσής μας στας εξοχάς και πάμε σε τοπικό κλαμπίδι. Δυο γυναίκες μόνες τώρα, κάθε καρυδιάς καρύδι είχε έρθει να ακουμπήσει δήθεν το μπουφάν του κοντά στα ποτά μας. Καλά για τα σφηνάκια, δε το συζητώ. Είδα τον ουρανό με τα άστρα, που δεν υπήρχαν εκείνο το βράδυ,από το πολύ "στην υγειά σας".
Κι έρχεται η στιγμή της "μαλακίτσας". Η Ξανθιά δεν είχε πάρει είδηση για το τί την περίμενε και κυρίως τί περίμενε τον άνθρωπο που θα ανεχόταν την όρεξή μου. Είχε καταλάβει βεβαίως πως τον γλυκοκοίταζα αλλά όχι πως θα πιάσω και κουβέντα.

"Αποκλείεται. Εσύ; χαχαχαχα" μου λέει με πάσα βεβαιότητα. Επειδή είμαι και αντιδραστικό, πάω και πιάνω κουβέντα πετώντας κάτι ατάκες που δεν είχα ποτέ φανταστεί πως θα ξεστομίσω. Το κορυφαίο γίνεται την ώρα του αποχαιρετισμού, αφού τα σφηνάκια είχαν ήδη κάνει τη δουλειά τους και δεν πήγαινε άλλο η...υγειά μας. Είχα φροντίσει και είχα γράψει σε ένα χαρτί όνομα και τηλέφωνο(Ω! ναι το έκανα κι αυτό) και την ώρα της χειραψίας του δίνω το χέρι μου.
-Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα. Ελπίζω να σε ξαναδώ.
(Προτάσσοντας το χέρι με κρυμμένο το χαρτί):
-Στο χέρι σου είναι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Η Ξανθιά είχε ψοφήσει από τα γέλια, εγώ προσπαθούσα να καταλάβω αν όντως είχα πει τέτοιο πράγμα και ο καιρός κύλησε έτσι για κάποιο διάστημα με την τελευταία ατάκα που είχα πει στον άνθρωπο,να γίνεται σλόγκαν στην παρέα.

Μια Κυριακή, ένα μήνα μετά, είχα ξυπνήσει από ξενύχτι, προσπαθώντας να βρω τσιγάρα, αναπτήρα, τον καφέ, το κινητό που μου είχε σπάσει τα νεύρα από τον ήχο του μηνύματος. Άγνωστο νούμερο τι το νοιάζει τι κάνω μεσημεριάτικο. Ε, αφού έστειλα τα διαδικαστικά, για το ποιός είναι, σκάει το παραμύθι..
-Α! Ο "είναι στο χέρι σου". Πως και με θυμήθηκε; (ναι μονολογώ καμιά φορά).
Αφού μου έστειλε τη μισή ζωή του σε μηνύματα, κανονίζουμε να πάμε για καφέ λίγες μέρες μετά. Πιο συγκεκριμένα, την ημέρα που είχα κανονίσει όλες τις δουλειές του κόσμου για απόγευμα. Είχα δύο ώρες και κάτι στη διάθεσή μου πριν τον καφέ, να πάω να ψωνίσω ένα δώρο, να πάω να πάρω κάτι έγγραφα, να δω κάποιους παλιούς συναδέλφους,να γυρίσω σπίτι, να ετοιμαστώ και να πάω στο..."ραντεβού"(;).

Μπαίνω σε γνωστό πολυκατάστημα της Αθήνας έχοντας στο μυαλό μου μόνο το δώρο και όχι τις βιτρίνες με τα ρούχα που μου αρέσουν. Μπαίνω, παίρνω το δώρο, στην έξοδο αρχίζει να σφυρίζει σαν δαιμονισμένο το μηχάνημα για κλοπή. Γυρνάνε όλοι οι πελάτες και με κοιτάνε λες και αντίκρυσαν τον Πάσσαρη με περούκα, τη στιγμή που έπεσαν καταπάνω μου όλοι οι υπάλληλοι. Αφού με έψαξαν, συμφώνησαν πως μάλλον στην τσάντα μου, θα είχαν ξεχάσει κάποιο αντικλεπτικό(το οποίο και δεν φαινόταν πουθενά).

Βγαίνω ζητώντας ταπεινά συγνώμη για την αναστάτωση αλλά επειδή είμαι και περίεργη και αθετώ τον λόγο μου, μπήκα στο διπλανό παπουτσάδικο. Να σου πάλι τα ίδια. Εκεί δεν με κοίταξαν σαν τον Πάσσαρη, αλλά σαν κάτι ακόμα χειρότερο. Μια ψωνισμένη δίπλα μου, με όλες τις μάρκες πάνω της και ύφος χιλίων καρδιναλίων, άρχισε και φώναζε "Εδώ,εδώ"!
"Σιγά μωρή μη σου κλέψουμε την Λουί Βιτόν"(πάλι μονολόγησα). Η μούρη της ξίνισε ακόμη περισσότερο όταν άκουγε το μηχάνημα να σφυρίζει. Με ξαναψάξανε, τίποτα. Ε, είδα πως δεν με θέλει και αποφασίζω να φύγω.

Κατεβαίνω στο parking κατευθυνόμενη στο αυτοκίνητο ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον γιατί το αυτοκίνητο δεν το έβλεπα πουθενά. Πήγα στον πρώτο όροφο,πήγα στον δεύτερο, πήγα και στον τρίτο. Στο δεξί διάζωμα, στο αριστερό,στη μέση. Να κρατάω το εισιτήριο στο χέρι με τόση μανία από τα νεύρα και την κούραση του ποδαρόδρομου που το είχα σχεδόν σκίσει.
Είχαν περάσει 40 λεπτά. Ποτέ δεν μου είχε τύχει τέτοιο πράγμα στο κωλοκατάστημα. Να θυμάμαι κιόλας έναν φίλο μου, που με είχε παρατήσει μες στην άγρια νύχτα μια φορά να κατέβω μόνη μου στο parking μετά από σινεμά και να φουντώνω ακόμα περισσότερο.
"Πάει, δεν θα προλάβω το ραντεβού" έλεγα και ξαναέλεγα ώσπου μετά από 1 ώρα, είδα φως στην άκρη του τούνελ. Το αμαξάκι μου, καθόταν εκεί και με περίμενε. Ή μάλλον εγώ περίμενα πότε σκατά θα το αντικρύσω.

Οι επόμενες υποχρεώσεις έγιναν σε χρόνο ντε-τε, ακόμα και η ετοιμασία μου. Σαν την τρελή οδηγούσα για να προλάβω, τον είχα στήσει τον άνθρωπο, να του λέω στο τηλέφωνο,έρχομαι έρχομαι, ψάχνω να παρκάρω και ακόμα να είμαι 4-5 φανάρια μακριά.
Η ώρα του μαρτυρίου είχε τελειώσει. Η στιγμή της συνάντησης είχε φτάσει και ανακουφισμένη περπατούσα προς το μέρος του. Κάποια δευτερόλεπτα μετά ήρθε κι άλλος μονόλογος-εσωτερικός αυτή τη φορά.
"Γιατί; Γιατί; Αφού είμαι καλό κορίτσι κατά βάθος".

Όπως καταλαβαίνετε, το αντίκρυσμα δεν ήταν το επιθυμητό. Δεν θυμάμαι καν πως πέρασε η ώρα της "γνωριμίας", που ούτε αυτή δεν έσωσε την κατάσταση, αλλά μου έμειναν κάτι ατάκες του τύπου "γαμησέ τα, σκληρή η ζωή, πουτάνα" εν μέσω συζήτησης που με έκαναν να αναθεματίζω την στιγμή που βρήκα νωρίς το αυτοκίνητο(Τι; μόνο εσύ θα πετάς κυρία μου ατάκες; Πάρτα τώρα).

-Έλα θα μου πεις πως πήγε; Καλός,καλός;
-Άστο Ξανθιά. Άστο σου λέω.
-Γιατί ρε; Τι έγινε;
-Δεν. Δεν καθόλου όμως σου λέω.
-Μα καλά δε σου άρεσε;
-Όχι.
-Τι όχι παιδί μου; Το τηλέφωνο γιατί το έδωσες;
-Τι να σου πω τώρα. Τα σφηνάκια, η εξοχή, ο μονόφθαλμος ανάμεσα στους τυφλούς... Είχε πολύ σκοτάδι στο μαγαζί ε;

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Ο Πρίγκιπας

H Φεγγαρένια και η Τρελοφαντασμένη με κάλεσαν να παίξω λέει. Να γράψω για τον Πρίγκιπά μου. Πως θέλω να είναι, πως θα φέρεται, τι θα φορά, τι θα νιώθει. Αν έγραφα "Δεν ξέρω" θα ήταν εύκολο για μένα και απογοήτευση για τους άλλους. Κι όμως. Δεν μου αρέσει να βάζω τίποτα σε καλούπι. Ούτε καν αυτόν που θα έρθει. Κι από την άλλη δεν ξέρεις ποτέ αν ο Πρίγκιπάς σου μπορεί να έρθει. Κι αν έρθει βάτραχος; Δυστυχώς ραβδάκι δεν έχω και ούτε τόση μεγάλη φαντασία για μεταμορφώσεις.
Πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να είμαι απαιτητική αλλά το αποτέλεσμα μόνο τις απαιτήσεις μου δεν φτάνει. Και όχι από συμβιβασμό, αλλά από επιλογή. Μπορεί να σκέφτομαι άλλα στοιχεία και να προκύπτουν άλλα. Μπορεί να θέλω μια επιβλητική φιγούρα και να έρχεται κάποια που να στέκεται πλάι μου χωρίς να με σκεπάζει.
Χρησιμοποιώ το "ποτέ μη λες ποτέ" συχνά και το πιστεύω. Ξέρω, ξέρω, δεν έχω αδυναμία στους ξανθούς και έχουν έρθει. Ούτε στους εγωϊστές, ούτε στους ζηλιάρηδες. Κι αυτοί έχουν όμως έρθει.

Την δύναμη του ανθρώπου να αγαπά, αυτήν σέβομαι. Κι αυτή επιθυμώ. Κι όταν γράφω το "σ'αγαπώ" δεν εννοώ τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από το να νιώθω μοναδική.

"Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, πρόσθεσε. Κανείς δεν θα μπορούσε να πεθάνει για σας. Σίγουρα, κάποιος τυχαίος περαστικός, βλέποντας το δικό μου λουλούδι θα νόμιζε πως σας μοιάζει. Μα, από μόνο του αυτό, είναι πιο σημαντικό από όλα εσάς, γιατί εγώ το ποτίζω, το προφυλάσσω κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. Γιατί είναι αυτό που εγώ προφύλαξα με το παραβάν. Γιατί αυτό είναι που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο ή τρεις που τις άφησα για να γίνουν πεταλούδες). Γιατί αυτό είναι εκείνο που το άκουσα να παραπονιέται ή να περηφανεύεται ή, μάλιστα, μερικές φορές να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό Μου".

(Απόσπασμα από τον "Μικρό Πρίγκιπα" του Antoine de Saint-Exupéry.)

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

Φιλία...τι όμορφο πράγμα!


Ναί, ναί ξέρω...θα κοιτάς έκπλήκτη και δεν θα πιστεύεις πως έγραψα..αλλά να..φταίει μάλλον αυτό που περιμένω. Μετά θα πάρεις και τις άλλες και θα τους πει: "Μπείτε να δείτε, η ξανθιά αξιώθηκε να γράψει, η παλιοσούρπο"... Και εκείνες φυσικά σιγά μη χάσουν, χάνουμε ευκαιρία όταν βρίσκουμε θέμα για σχολιασμό; Και μετά ξέρεις, η μία να τηλεφωνεί στην άλλη και το ράδιο αρβύλα να φτάνει στον θεό...

Όλο αυτό το καιρό σε διαβάζω και όταν με ρωτάς τη γνώμη μου σχεδόν ποτέ δεν σου απαντώ. Τι να σου πω δηλαδή; Πόσο χαίρομαι που είσαι φίλη μου; Πόσο πολύ με εκφράζεις; Πόσο πολύ SS είμαστε και συγχρόνως πόσο διαφορετικές; Πόσο χαίρομαι που ακόμα και έτσι εκφράζεις αυτά που έχεις μέσα σου; Πόσο με συγκινείς; Πόσο πολύ θέλω να γράψουμε εκείνο το σενάριο μαζί; Πόσο πολύ με νευριάζεις που ώρες ώρες (χμμμ σχεδόν συνέχεια) είσαι μέσα στο άγχος και στη μελαγχολία αλλά τάχα το κρύβεις; Πόσο εκνευρίζομαι που δεν διεκδικείς αυτά που πραγματικά θες...; Πόσο σε ευχαριστώ που από εσένα ξεκίνησαν όλα;

Ξέρεις πως όταν γράφω κάτι, σχεδόν πάντα, πρώτα βάζω τον τίτλο και μετά ξεκινάω να αφήνω απωτυπώματα. Απόψε ξεκίνησα με τον τίτλο "Φιλία..τι δύσκολο πράγμα". Μετά από ώρα που κάπνιζα, σκεφτόμουν και προσπαθούσα να πληκτρολογήσω αυτά που τριγυρνάνε μέσα στο μυαλό μου ο τίτλός άλλαξε και έγινε "Φιλία...τι όμορφο πράγμα"!

Ε, μέχρι να βάλω την τελευταία μου τελεία (ή θαυμαστικό ή τρεις τελείες, θα δείξει) μπορεί να έχει αλλάξει.

Πάνε τέσσερα χρόνια. Τέσσερα εκπληκτικά χρόνια. Και όπως λέει και η Βίβο μοιάζουν σαν δεκατέσσερα. Τόσο έντονα, τόσο γεμάτα, τόσες στιγμές, τόσα γέλια..γέλια δυνατά ηχούν συνέχεια στα αυτιά μου (φυσικά υπερτερεί αυτό της μικρής). Σταμάτησα να γράφω για πόση ώρα..έβαλα τα χέρια κάτω από το πηγούνι μου και κρατούσα το προσωπό μου σκεφτόμενη συνεχώς όλες αυτές τις στιγμές. Τι να πρωτοθυμηθώ όμως; Και τι να αφήσω απ΄ έξω;

Πόσο διαφορετικές είμασταν τότε όλες. Πόσο αλλάξαμε η μία την άλλη και κάθε μία μόνη της. Πόσα πήραμε, πόσα δώσαμε. Πόσα ζήσαμε..και πόσα έχουμε ακόμα να ζήσουμε.

Έκανα λάθος τελικά. Νόμιζα πως μπορούσα να γράψω για τις φίλες μου και για τα όσα εκπληκτικά έχω ζήσει μαζί τους. Δεν μπορώ όμως. Δεν γίνεται να τα μοιραστώ. Να τα περιγράψω. Λυπάμαι, αλλά είναι δικά μας. Κανείς δεν θα καταλάβει για τα βράδια στην Κ.Παλ. με ατελείωτες συζητήσεις και αναλύσεις. Για τα κρουασάν από τον Βίκτωρα στην Πάρο. Για το κλάμα που ρίξαμε βλέποντας το "Notebook" στην Πετρούπολη. Για τις πρωτοχρονιές στο Καπανδρίτι. Για τα κρι-κρι της Ίου ή τα γλέντια στο, κατα τα άλλα οικογενειακό, ξενοδοχείο της Ερέτριας. Για τις βραδιές "σορτσάκι" στη παραλιακή με την μικρή driver. Τις εναλλαγές καναπέδων στην οικεία πασταφλώρα που έχουν φιλοξενήσει μέχρι και...αχμ κουκούλωμα μπανάνας. Το σ/κ στον Ωρωπό με καπνιστο... trivial . Τη βραδιά γέλιου και απλυσιάς στο μπαλκόνι του Βουτζά.

Τις χαζομάρες μας με την μικρή ξανθιά τις οποίες τόσο πολύ λατρεύουμε να κάνουμε (έχουμε τους λόγους μας) αλλά και τις μοναδικές μας τηλεφωνικές συνομιλίες ωρών (διότι από κοντά δεν μπορούμε, έχουμε και διάβασμα λέμε). Τα χορευτικά με την Βας από conga μέχρι Κατμαν και το ξύλο που παίζουμε όταν δεν μπορούμε να κοιμηθούμε ή τις βόλτες με το αυτοκίνητο στο...όπου να ναι, πάντα με Davidoff (αν το παράθυρο δεν είναι χαλασμένο). Τους κυριακάτικους απογευματινούς καφέδες στο στέκι με την Βίβο που τελικά τραβάνε μέχρι το βράδυ και την εκδρομή στο Tynemouth παρέα με τους φίλους μας τους γλάρους. Τις βαθυστόχαστες αναλύσεις και τις εξομολογήσεις με την Νουλ που τις σταματάμε αμέσως μόλις σκάσει μύτη η Βας για να μας ρωτάει για την επόμενη μισή ώρα τι λέγαμε (χοχο).

Την Βιβο να την λέει στην Βας, την ώρα που η μικρή πειράζει επίμονα την πρώτη (μέχρι να φάει την σφαλιάρα της) ενώ η Νουλ καθαρίζει και παράλληλα χτενίζει το χαλί στο οποίο η Βας έχει ρίξει το κρασί της για να μας την σπάσει που την αποκαλούμε ατσούμπαλη φτιάχνοντας παράλληλα την φράτζα της, την οποία χαλάει η μικρή γελώντας δυνατά και τσιριχτά ή Βιβο δε την έχει ήδη πέσει στην προεδρική πολυθρόνα να τον πάρει λίγο, η Νουλ κουνάει το κεφάλι και αποφασίζει να μας φτιάξει μια ωραίοτατη μανιταρόπιτα μόνο όταν κάνουν όμως διάλειμμα οι Singles....μπλα μπλα μπλα...βγαίνω λίγο έξω από τον εαυτό μου και μας κοιτάζω (όπως συνηθίζω να λέω) κρατώντας πάντα το τσιγάρο στο χέρι και σκέφτομαι, κοιτώντας το ρολόι που δεν βγαίνει για κανένα λόγο από το χέρι μου, πως πέρασαν 4 χρόνια;

(Ηταν ερωτηματικό τελικά..αλλά μόνο στο κείμενο. Μέσα μου υπάρχει ένα μεγάλο θαυμαστικό μετά την λέξη...ευχαριστώ)

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

Κόκκινα, πολύχρωμα 25

Κάθε φορά που κοιτάω παιδικές μου φωτογραφίες το μάτι μου πέφτει σχεδόν πάντα στην έκφρασή μου. Είχα το βλέμμα του παιδιού που αναμένει κάτι, ένα δώρο, μια έκπληξη, ένα χαμόγελο. Πιτσιρίκα, η προσμονή μου πως κάτι θα συμβεί ήταν τέτοια που θυμάμαι πολλές φορές τα κοντινά μου πρόσωπα να δυσανασχετούν λέγοντας το γνωστό, "μη πιστεύεις πως ο κόσμος γυρίζει πάντα γύρω από σένα". Τους έφερνα όμως κι εγώ σε τέτοιο σημείο, που είχαν απηυδήσει οι άνθρωποι. Μεγαλώνοντας ευτυχώς μου έφυγε αυτό, αλλιώς θα είχα γίνει η προσωποποίηση του κακομαθημένου.
Αυτό που είχα τότε και δεν έχει αλλάξει ως σήμερα είναι το πρόσωπό μου πάνω από την γενέθλια τούρτα μου. Η έκφραση εκεί, ήταν "μη τολμήσει κανείς να σβήσει κεράκι,τον έφαγα".
Όχι πως είχα κι άδικο, αφού κάθε φορά κάποιος συμμαθητής μου, για πλακίτσα, προλάβαινε να σβήσει ένα-δυό κεράκια κι άντε πάλι το "χρόνια πολλά" από την αρχή,άντε πάλι η φωτογραφία να κοιτάω χαμογελώντας, άντε να στηθούν πάνω από το κεφάλι μου όλοι οι συγγενείς. Δεν είχα καν χώρο να απλώσω χέρι, για να προλάβω την μεγαλύτερη φράουλα. Η μαμά μου, κατάλαβε το κόλλημα που είχα και με τα χρόνια, πρόσθετε-κυρίως- και έβαζε κεράκια που δεν έσβηναν ποτέ. Μου τελείωναν οι ανάσες, και φτου κι από την αρχή τα χρόνια πολλά και οι φωτογραφίες. Ε, κάποτε, το πήρα απόφαση.
Το μόνο πραγματικά "δικό μου" που μου είχε απομείνει ήταν η ευχή πριν το "φου". Όταν καταλάβα πως όλοι εξαρτώνται από μένα για να φάνε τούρτα, το καθυστερούσα ακόμα περισσότερο-παίρνοντας τρόπον τινά- την εκδίκησή μου.
Τα κεράκια που δεν έσβηναν, οι φωτογραφίες και οι ατελείωτες ανάσες, με τον καιρό μειώθηκαν. Πάντα έτσι γίνεται άλλωστε. Το "Το Πάρτυ είναι εδώ", έδωσε τη θέση του, σε τηλέφωνα και μηνύματα στο κινητό για το πού θα το κάψω το βράδυ και ευτυχώς κανένας δεν προλάβαινε να φάει πριν από μένα την μεγαλύτερη φράουλα.
Οι ευχές μου, όμως, δεν έδωσαν τη θέση τους σε τίποτα. Είναι πάντα εκεί και με συντροφεύουν. Αποφεύγω πλέον να σκέφτομαι τί θα ευχηθώ πριν σβήσω το διψήφιο νούμερο που καίει πάνω στη ζάχαρη άχνη, κι απλά με τα μάτια ανοιχτά χωρίς να προσπαθήσω, προσεύχομαι για τα απλά. Τα καθημερινά. Αυτά που κάποτε, ως παιδί, τα θεωρούσα δεδομένα και μεγαλώνοντας κατάλαβα πως μόνο τέτοια δεν είναι.
Πολλές φορές δεν εύχομαι και τίποτα πάνω από την τούρτα. Προτιμώ να το κάνω τις πιο αναπάντεχες στιγμές, τους πιο άσχετους χρόνους, σε πορτοκαλί δειλινά, γαλάζια πρωϊνά και μεθυσμένα μοβ βράδια.
Αυτές οι ευχές είναι οι πιο αθώες. Οι πιο αληθινές, οι πραγματικά ευτυχισμένες. Με ανθρώπους δικούς μου, που με θεωρούν δικιά τους και μου αρέσει να το επιτρέπω, με αγκαλιά το μαξιλάρι, μόνη μου, με αγνώστους, με μπύρες και τσιγάρο, με μουσική και θάλασσα.
Είναι τόση η λαχτάρα μιας ευχής που όταν φτάνεις στη στιγμή να την κάνεις, πλυμμηρίζει το κεφάλι από σκέψεις και στο τέλος ξεχνάς τί είναι αυτό που πραγματικά θέλεις να συμβεί. Το αναπάντεχο. Αυτό μάλλον θέλω και ζητάω. Το ευχάριστο αναπάντεχο. Το μπουμ! που κάθε άνθρωπος σε τούτη τη γή αποζητά για να τον κάνει να αλλάξει ρότα συναισθημάτων ή και σκέψεων. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει, μεταμορφώνεται. Μόνο.
Δεν πιστεύω πως κλείνοντας τα 25, μεταμορφώθηκα ξαφνικά σε μια ώριμη κοπέλα-γυναίκα-κορίτσι. Η μεταμόρφωση της ψυχής. Αυτό είναι το ζητούμενο. Να έχω τη δύναμη να αλλάζω σαν χαμαιλέοντας ανάλογα με ό,τι έχω να αντιμετωπίσω.
Πιστεύω πως χρόνια σαν αυτά, δεν γυρνούν πίσω. Η ζωή, θέλει τράβηγμα από το μαλλί. Το ξέρω, απλά πολλές φορές δεν θέλω να το πιστέψω, δίνοντας την καταλληλότερη ευκαιρία στον εαυτό μου για μια μικρή κατάθλιψη. Και δεν αποτελώ εξαίρεση.
Ίσως όταν βρω το κόκκινο μπαλόνι πλάι στο μπαλκόνι μου και στις 00.01 το ξημέρωμα που μπαίνει 8 ο μήνας, γίνει η πιο κρυφή επιθυμία, να μην είμαι πλέον ο κανόνας.
Κόκκινα κυρίως με πάθος και πολύχρωμα 25 θέλω να είναι.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Δίνη



Πνίγομαι. Η δική μου Οδύσσεια δεν σταματάει ποτέ. Εγώ δεν τη σταματάω. Χαροπαλεύω σε κύματα μελαγχολίας, αναμνήσεων και σκέψεων θλιβερών που με αγχώνουν και χάνω την αισιοδοξία μου. Που για αυτήν είχαν συνηθίσει να με αγαπούν. Που έβρισκα χρώμα πάνω στον μαύρο ουρανό, στα μοβ φορέματα, στους γκρίζους τοίχους. Που ανακάλυπτα τραγούδια σε βουβές ατμόσφαιρες και αμήχανες σιωπές. Που σχεδίαζα χαμόγελα σε κλαμμένα μάγουλα, υγρά μάτια και χάραζα νότες σε κάθε πεντάγραμμο.
Καμιά φορά το κάνω ακόμα. Έτσι, για να ξεγελώ τους άλλους, μα πιο πολύ εμένα. Πως είμαι ακόμα εδώ και δεν έχω φύγει. Πως μπορώ και θέλω να είμαι τα κρουστά της κάθε ορχήστρας. Να θορυβώ και να θορυβούμαι. Καμιά φορά..
Μειώνονται οι αντοχές και οι φορές. Εγώ τις μειώνω. Και θυμώνω και νευριάζω με μένα, με το πως χειραγωγούμαι από ανθρώπους και καταστάσεις που αγαπώ αλλά με μικραίνουν. Που ψάχνω σε κάθε τους λέξη και βλέμμα να βρω σημάδι κατανόησης και μένω στην αναζήτηση.
Κι έχω κόμπους στο στομάχι και ένα κιλό τούβλα στο δεξί ημισφαίριο του κεφαλιού μου και βαραίνω, βαραίνω όλο και πιο πολύ από τη κούραση της ψυχής.

Δεν θέλω άλλο να με λες καλή. Κόσμε, δεν θέλω άλλο. Θέλω να είμαι αυτή που θα στηριχτείς χωρίς να το ζητήσεις. Γιατί θα ξέρεις πως θα το κάνω από μόνη μου. Όταν θα βρω στεριά θα το κάνω. Όταν το κύμα γίνει λίμνη και λάδι η θάλασσα, θα το κάνω.
Βαρέθηκα κόσμε, βαρέθηκα. Κουράστηκα να χαρακτηρίζομαι έτσι. Διαστέλλονται τα μάτια μου και χαμηλώνω τα γόνατα όταν ακούω την φράση "είσαι καλός άνθρωπος". Μη! Ακούς; Μη!
Το ξέρω. Και δεν είναι αυταρέσκεια. Είναι αναγνώριση. Όχι δική μου. Αναγνώριση ΣΟΥ.
Και μη κατηγορείς την απάθεια. Με τροφοδοτεί, καιρό τώρα. Όπως τροφοδοτείς κι εσύ εμένα με αυτήν.

Κι αύριο, ξέρεις θα είμαι μια απόλαυση. Η καλύτερή σου παρέα. Μεθαύριο όχι. Σε δυό μέρες ίσως. Σε μια εβδομάδα η χαρά της ζωής. Της δικής σου.
Και θα ψάχνω ένα κόκκινο μπαλόνι να πιαστώ που θα έχει έρθει από το πουθενά, θα αράξει στο μπαλκόνι μου το βράδυ πριν νανουριστώ από τις μουσικές των φύλλων που θροίζουν, με το βλέμμα στο δρομάκι μήπως και με θυμήθηκε κανείς εκεί έξω. Μήπως και έψαξε κάποιος να βρει τι είναι αυτό που μου λείπει.
Τι είναι αυτό, που το χαμόγελο θα το κάνει γέλιο,ρε!
Μήπως και αλλάξει η όψη μου, έστω και λίγο και αποφασίσω επιτέλους να πάω να αφήσω τα μαλλιά μου στο πάτωμα κάποιου κομμωτηρίου. Μήπως και βάλω πάλι εκείνο το τζινάκι που τόσο είχα αγαπήσει κι είχε αγαπήσει κι αυτός.

Ούτε κουβέντα γι'αυτόν. Κουβέντα. Μη πεις τίποτα. Άσε με να λέω εγώ. Είτε για αστεϊσμό, είτε για να θυμάμαι, είτε για να σηκώνω ψηλά το ποτήρι για πάρτη του. Θα έρθει η σειρά του. Κάποια στιγμή. Στο είχα ξαναπεί. Τίποτα δεν τελειώνει σε τούτη τη ζωή αν δεν θέλεις εσύ να τελειώσει. Και θα αποφασίσω εγώ πότε θα γίνει αυτό. Έτσι για αλλαγή. Μια φορά μόνο σου ζητώ, να αποφασίσω πρώτη εγώ. Και να δω το πρόσωπο ερωτευμένο βαθιά, πληγωμένο από δικό του μαχαίρι, το ίδιο που λάβωσε εμένα.
Θα του πλέξω και ένα στεφάνι. Με γαζίες και γιασεμί. Να το φορέσει για να αναγνωρίσω ότι έρχεται από τη μυρωδιά. Δεν ξέχασα την δική του, αλλά δε μπορώ να την χειριστώ πια.
Με διαλύει και με λένε τρελή όταν την αναζητώ στα διάφορα. Και να ήταν μόνο αυτή.

Γι'αυτό σου λέω ρε. Άσε με να βρω την Ιθάκη, να περπατήσω ξυπόλητη κι ας ματώσω σε φωτεινά μονοπάτια. Μόνη μου θα τα βρω. Όπως έκανα πάντα. Δεν μου στόλισε κανένας το διάβα μου για να το κάνει τώρα.
Και ξέρεις, δεν ζητάω πολλά. Μια ειλικρινής αγκαλιά, όταν πραγματικά το θέλω. Κι όχι όποτε μπορείς εσύ.
Αγκαλιά.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Για την Αμαλία

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007).

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.
Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της.
Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη.
Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.
«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»,
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:


* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ. ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515).Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία".

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ